Ελάτε να θαυμάσετε στ’ Αστρίτσι το λαγκάδιστον τόπο απού ο Θεός ξωμένει κάθε βράδυ

Alternative content

Get Adobe Flash player


Ιστορίες – Μαντινάδες – Ανέκδοτα

Ο ΝΕΡΑΪΔΟΣΠΗΛΙΟΣ

Πριν από πολλά χρόνια στο χωριό μας ζούσε ένας άνθρωπος μεσοκαιρίτης, θαρρώ πως τον λέγανε Γιωργάκη, μισονοικοκύρης, μερακλής, χορευτής μα ευκολόπιστος και πολύ φοβιτσιάρης. Φοβότανε τα πάντα μα πιο πολύ τα τελώνια και τις νεράιδες. Δεν πήγαινε ποτέ τη νύχτα στο νεκροταφείο ούτε στα περιβόλια της ρεματιάς, γιατί είχε αφανταξές.

Μια Κυριακή του καλοκαιριού ήταν καλεσμένος από μια συγγενική του οικογένεια να πάει στο γάμο της κόρης τους στο γειτονικό μας χωριό Μελέσσες. Η νύφη ήταν ανιψιά του, έπρεπε να πάει. Δεν ήρθε καθόλου στο νου του ότι ο δρόμος για τις Μελέσσες περνούσε υποχρεωτικά από το νεραϊδόσπηλιο.

Ετοίμασε το πεσκέσι του κατά τη συνήθεια της εποχής, ένα σακούλι με πέντε περίπου οκάδες σιτάρι και ένα μεγάλο τσούκο καλό κρασί. Τα φορτώθηκε στον ώμο, πέρασε την Κάτω Βρύση του χωριού, το νεραϊδόσπηλιο (απόγευμα ήταν και δεν του πέρασε κακό από το νου) κι έφτασε στις Μελέσσες. Έδωσε το πεσκέσι, πήγε στην εκκλησία, φίλησε το στεφάνι και στο τραπέζι καλόφαγε και καλόπιε και τη νύχτα στο γλέντι χόρτασε χορό και τραγούδι.

Λίγο πριν τα μεσάνυχτα σκέφτηκε ότι ήταν η ώρα του να φύγει. Ξημέρωνε Δευτέρα και οι δουλειές δεν απολείπανε. Αποχαιρέτησε το συγγενολόι, ξαναευχήθηκε να ευτυχήσει το αντρόινο και ξεκίνησε για το Αστρίτσι. Σε όλο το δρόμο σιγοτραγουδούσε και δεν του ‘ρθε κακό στο νου. Όταν γοργόφτανε στο νεραίδόσπηλιο άκουσε μια λύρα να παίζει μελωδικά και τραγουδιστές να λένε όμορφες μαντινάδες. Αναρωτήθηκε ποιοι να ‘ναι. Μάλλον κάποια παρέα γλεντζέδες περαστικοί και πάνε στα κατωχώρια. Σταμάτησαν στη δροσιά της ρεματιάς να τραγουδήσουν.

Πλησιάζει και βλέπει ένα λυράρη με σαλβάρια και σπαστό φέσι να παίζει τη λύρα με πολλά γερακοκούδουνα στο δοξάρι και γύρω γύρω πεντάμορφες κοπέλες να χορεύουν σαν πέρδικες τον πηδηχτό. Μόλις τον είδαν σαν να τον γνώριζαν και του φωνάξανε. Έλα λεβέντη Γιωργάκη να χορέψουμε. Ο Γιωργάκης άλλο που δεν ήθελε κι αρχίζει τσ’ αναποδογυριστούς και τα τσαλίμια. Η μια κοπελιά τον άφηνε και η άλλη τον αρπούσε και χορεύανε όλη τη νύχτα. Ο Γιωργάκης ήταν ευτυχισμένος με τις όμορφες κοπέλες που συνορίζονταν ποια θα τον πρωτοχορέψει.

Όμως, μόλις άρχισε να προβάλλει το άστρο της αυγής, ο Αυγερινός και να αχνοφέγγει, κοπέλες και λυράρης έγιναν άφαντοι. Ο Γιωργάκης έμεινε ολομόναχος. Κρύος ιδρώτας τον έλουσε, ένιωσε ένα δυνατό πόνο στα πλευρά και η κεφαλή του σαν να ήταν 40 οκάδες. Έτριψε τα μάτια του μήπως συνέλθει, είδε πως ήταν ξαπλωμένος στην πόρτα του νεραϊδόσπηλιου κι αμέσως σαν αστραπή ήρθαν στο νου του οι φόβοι του για τις νεράιδες. Αυτές ήταν, λέει, με γραντίσανε και πώς θα πάω στο χωριό!

Αγανάκτησε να φτάσει στο σπίτι του κι έπεσε στο κρεβάτι του Κάτω Κόσμου. Στους δικούς του είπε πολύ περισσότερα για την περιπέτεια του με τις νεράιδες κι όλοι τον ρωτούσαν να τους διηγηθεί λεπτομέρειες. Ήθελαν να μάθουν αν ήταν ξανθές ή μελαχρινές ή αν είχαν μαύρα μάτια αλλά ο Γιωργάκης από τον πολύ πυρετό είχε κλείσει τα μάτια του και δε μιλούσε άλλο.

Ο γιατρός διέγνωσε βαριάς μορφής πνευμονία. Αφού απομάκρυνε τους δικούς του με τρόπο τον ξερώτηξε τι έγινε κι αν κοιμήθηκε στη ρεματιά. Κοιμήθηκα γιατρέ πολύ όχι λιγάκι, απάντησε ο Γιωργάκης. Κοιμήθηκες και ονειρεύτηκες τις νεράιδες μα σ’ έκοψε το νυχτερινό αγιάζι της ρεματιάς κι άρπαξες την πνευμονία. Εδά να δούμε πώς θα σε γλυτώσουμε, του είπε ο γιατρός. Δυστυχώς, τα όπλα της ιατρικής εκείνη την εποχή ήταν μηδαμινά κι ο Γιωργάκης μετά από μερικές μέρες αποχαιρέτησε τον όμορφο κόσμο μας…»

Με το τέλειωμα της ιστορίας ο καθηγητής χαμογέλασε μελαγχολικά σαν να ήθελε να μας πει να ποια είναι τα αποτελέσματα της αμάθειας και της αγραμματοσύνης! Κατάλαβα τη σκέψη του και είπα ότι γι’ αυτό δε φταίνε οι άνθρωποι αλλά η πολύχρονη τουρκική κατοχή που κρατούσε τους ανθρώπους στο σκοτάδι της σκλαβιάς και της αμάθειας.

Μιχάλης Αλεξάκης
Συν/χος Δάσκαλος

 

Το γύρισμα της τσίπας

Πήγαινα στο Γυμνάσιο Καστελίου Πεδιάδος και συγκεκριμένα στη Β΄ Τάξη το 1939. Κάναμε διακοπές για το Πάσχα και ήρθα στο χωριό. Πέρασε η Μ. Εβδομάδα και ήρθε το Πάσχα. Γιορτάσαμε όμορφα την ημέρα με πλούσια φαγητά και άφθονο κρασί. Τη Δευτέρα του Πάσχα ο παπα-Βούρος λειτούργησε στον Αφέντη Χριστό. Πήγε όλο το χωριό και μετά γυρίσαμε στο σπίτι για φαγητό. Το τραπέζι εξακολουθούσε να είναι πασχαλινό: κόκκινα αβγά, τυροζούλι ξερό και χλωρό, μυζηθρόπιτες στη τηγάνι και κουνελάκι στιφάδο.

Μετά το φαγητό η κυρα Κατερίνα, η μάνα μου, λέει: Κωστάκη, να πας δίπλα στη θεία σου τη Βουρομανώλαινα και να της πεις να σου δώσει την ξύλινη κουτάλα της και θα της στείλω σκουτελικό μαζί με την κουτάλα, άμα τελειώσω. Εσύ Μανόλη, λέει στον πατέρα μου, θα πας στα ωζά και δε θέλω να με ανελώσει κανείς. Ύστερα μου λέει να μανταλώσω την πόρτα και όποιος και να χτυπάει μουρμού κι αχνιά. Έκανα όπως μου είπε.

Η μάνα μου έβαλε στην παρασιά κούτσουρα και ξερά πελεκούδια, τα άναψε καλά και ύστερα έφερε μπροστά της ένα κουρούπι μολυβένιο. Το ξεσκέπασε, έπιασε την ξύλινη κουτάλα, ανακάτεψε την τσίπα που ήταν μέσα και μετά σταμάτησε για λίγο, λες και ήθελε να καλοσκεφτεί τι πρέπει να κάμει. Την τσίπα αυτή την είχε μαζώξει όλη τη Σαρακοστή από το γάλα που τυροκομούσε και πάντα πρόσθετε και αλάτι (γι’ αυτό ήταν πολύ αλμυρή). Κάθε φορά που άρμεγε την κατσίκα και το πρόβατο, ζέσταινε το γάλα, το ‘βαζε σε μια μοσόρα και κρύωνε. Αυτό έκανε τσίπα και την άλλη μέρα προτού το πήξει, τη μάζωνε και την έβαζε στο κουρούπι.

Έξω φυσούσε δροσερό ανοιξιάτικο βοριαδάκι και γι’ αυτό η ημέρα ήταν κατάλληλη για το γύρισμα της τσίπας, όπως είπε η μάνα μου. Έβαλε ένα μεγάλο και βαθύ τηγάνι πάνω στην παρασιά και με την κουτάλα το γέμιζε τσίπα. Ζεστάθηκε η τσίπα, άρχισε να βράζει και να μολαίρνει το βούτυρο. Τότε η μάνα μου έπιανε το τηγάνι μ’ ένα πανί από το χερούλι και το στράγγιζε σε μια μεγάλη λεκανίδα, το ξανάβαζε στη φωτιά και πάλι τα ίδια. Όταν τέλειωσε αυτή η τηγανιά, άδειασε τη στάκα, δηλαδή το στέρεο πια απομεινάρι, σε μια άλλη λεκανίδα. Επαναλάμβανε την ίδια διαδικασία μέχρις ότου τέλειωσε η τσίπα.

Όταν τέλειωσε έβγαλε ένα ευχάριστο «οχ» και είπε: δόξα να ‘χει ο Θεός, καλά πήγαμε και φέτος. Πήρε τη λεκάνη και άδειασε το βούτυρο σε ένα γυάλινο βάζο ήταν ολόλευκο και πάνω από δύο οκάδες, σημαντική ποσότητα για την εποχή εκείνη. Με το βούτυρο αυτό εκτός του ότι αρτίζαμε τα διαλεχτά φαγητά, κυρίως τα σκιουφιχτά μακαρόνια και το μαγκίρι, το χρησιμοποιούσαμε και σαν φάρμακο για διάφορες παθήσεις παίρνοντας μια κουταλιά βούτυρο κάθε πρωί.

Μετά ήρθε η σειρά της στάκας. Η κυρά Κατερίνα την έβαλε σ΄ ένα πήλινο τσικάλι και το ‘βαλε πάνω στη φωτιά. Έβαλε νερό και όταν άρχιζε να βράζει, του ‘βαζε αλεύρι, όσο σήκωνε, για να ξαλμυρίσει και ανακάτευε συνέχεια, για να μην τσικνίσει. Βράζοντας η στάκα έβγαλε πάλι βούτυρο αλλά το άφηνε εκεί, για να είναι πιο νόστιμη. Η στάκα ήταν έτοιμη για το τραπέζι. Έτρωγες και έγλειφες και τα δάχτυλά σου. Μου ΄βαλε η μάνα μου σ’ ένα μικρό πιατάκι λίγη, μου ‘δωσε κι ένα κομμάτι ψωμί από το λαμπροκούλουρο και μου λέει: φάε εδά που ‘ναι ζεστή και είναι πιο νόστιμη. Γέμισε ένα πήλινο μοσοράκι στάκα, καθάρισε και την κουτάλα και μου είπε: πήγαινε εδά την κουτάλα στη θειά σου μαζί με το σκουτελικό και να της πεις λίγο πράμα και πολλή αγάπη. Τη στάκα τη βάζαμε και ψήναμε αβγά μάτια στο τηγάνι ή ομελέτα. Όπως και να την τρώγαμε ήταν θαυμάσια.

Αυτά και άλλα πολλά γίνονταν την παλιά εποχή, πριν το 1940 και κρατούσαν ζωντανό τον τόπο με τα ήθη και έθιμα του. Ήταν ζωή βασανισμένη μα όμορφη…

Κωνσταντίνος Φραγκιαδάκης
Συν/χος Δάσκαλος

 

ΤΟ ΦΑΓΗΤΟ ΤΟΥ ΑΓΙΟΓΡΑΦΟΥ

Όταν ήλθαν στο Αστρίτσι οι πρώτοι χριστιανοί κάτοικοι, τα χρόνια 1898-1910, δεν είχαν εκκλησία να λειτουργούνται. Η ανάγκη τότε τους έκαμε να ανακαινίσουν ένα μικρό ξωκκλήσι, τον Ιωάννη τον Πρόδρομο, δεν υπήρχε άλλο κοντύτερα, στην κάτω Βρύση του χωριού, λαξευμένο το μισό σχεδόν μέσα σε βράχο.

Εκεί έρχονταν, μια φορά το μήνα, ένας καλόγερος από την Μονή Αγκαράθου και τους λειτουργούσε. Αυτό όμως δεν τους ικανοποιούσε. Ήθελαν να χτίσουν μέσα στο χωριό, εκκλησία μεγάλη, όμορφη, χτισμένη από τους ίδιους, ευλογημένη από το Θεό, που να εκτελούν τα θρησκευτικά τους καθήκοντα κάθε Κυριακή και όλο τον χρόνο.

Οι Αστριτσανοί κάτοικοι, θρησκευόμενοι εκ φύσεως, όπως και όλοι οι Κρήτες, μόλις στάθηκαν λίγο στα πόδια τους οικονομικά, έβαλαν το σχέδιο μπροστά με μεγάλη πίστη, όρεξη και προσπάθεια.

Η μεγάλη τους πίστη, εισακούστηκε άμεσα από το Θεό και όλα δρομολογήθηκαν γρήγορα και κατ’ευχήν. Ένας καλός χωριανός ο Σπανάκης Νικόλαος, που οι χωριανοί τον έλεγαν Τζερμεδιανό γιατί κατήγετο από το Τζερμιάδο Λασιθίου, δώρησε το οικόπεδο στην καταλληλότερη θέση του χωριού.

Οι χωριανοί ‘’αμ’έπος και αμ’έργον’’ άρχισαν την οικοδόμηση του ναού και του έδωσαν το όνομα ‘’Αγ.Γεώργιο’’ το μεγαλομάρτυρα και αγαπημένο άγιο των ορθοδόξων.

Η ανέγερση άρχισε το 1910 και τελείωσε το 1917. χαρές και πανηγύρια στο χωριό για το μέγα κατόρθωμα των πτωχών μα πιστών κατοίκων του. Απέμεινε μόνο η αγιογράφηση των εικόνων του τέμπλου, του δωδεκάορτου και γενικά ο στολισμός της εκκλησίας.

Γρήγορα βρέθηκαν οι δωρητές και κανένα πρόβλημα δεν ήταν δυνατόν να σταματήσει την ολοκλήρωση του έργου. Κάλεσαν αμέσως από το Άγιο Όρος, ένα μοναχό, καλό αγιογράφο, και ανέλαβε το καλλιτεχνικό έργο. Τον εγκατέστησαν σε ένα καλό δωμάτιο, και όλοι οι χωριανοί συμφώνησαν να τον ταϊζει κάθε μέρα μια οικογένεια, κατά σειράν με κατάσταση.

Η πρώτη νοικοκυρά, την πρώτη μέρα, του έψησε ντόπιο κοτόπουλο,το πιο εύγεστο και πιο καλό καλό φαγητό της εποχής εκείνης. Ο αγιογράφος που είχε χρόνια να φάει τέτοιο κοτόπουλο,

εξέφρασε τις ευχαριστίες του στη νοικοκοιρά για το ωραίο της φαγητό.

Η δεύτερη,κατά σειρά νοκοκοιρά, ρώτησε την πρώτη…- τι του’ψησες μπρέ συ γειτόνισσα και του άρεσε;- Εγώ τούψησα κοτόπουλο και μούκαμε του κόσμου τσι ευχαριστίες – Ε’ να του ψήσω τότες κι εγώ κοτόπουλο.

Αυτό συνεχίστηκε πολλές μέρες και του ανθρώπου πόνεσαντα δόνται από το πολύ κρέας. Ηθελε λοιπόν να αλλάξει το φαγητό. Μια μέρα που συνάντησε την επόμενη νοικοκυρά της λέει.. – Μπρέ καλή μου κυρία δεν μου φέρνεια αύριο κανένα άλλο φαγητό, ν΄αλλάξω λίγο το κρέας, κι αν είναι δυνατό να μου φέρεις χόρτα! Μετά χαράς!…του απάντησε.

Πηγαίνει πράγματι η νοικοκυρά και βρίσκει μαντηλίδες τρυφερές-τρυφερές, τις καθαρίζει από τα φύλλα,τις βράζει και του τις πηγαίνει ζεστές-ζεστές με πολύ λεμόνι και παρθένο λάδι. Ο άνθρωπος ευχαριστήθηκε τόσο πολύ, που δόξασε το Θεό για την αλλαγή.

Η επόμενη γειτόνισα ρώτηξε: – τι τούψησες μπρε συ σήμερα, να του ψήσω και εγώ αύριο; – Μαντηλίδες!..βρούβες!…καλή μου… κι ευχαριστήθηκε!…δεν ξέρεις πόσο!…

Έτσι άρχισε η βρουβοφαγία!…αυτό κράτησε πολλές ημέρες. Και ο άνθρωπος έπεσε σε άλλο κακό…από την κρεατοφαγία, στη βρουβοφαγία…

Μια μέρα, ευγενικά και συνεσταλμένα, λέει στη νοικοκυρά της μέρας:

-μπρε συ κυρά Μαρία, έχει πολλές βρούβες το χωριό σας;…

-πολλές !…βρούβες να δουν τα μάτια σου!… ο κόσμος είναι γεμάτος!…Εε!… και όλες θα τις φάω εγώ;…

Έτσι άλλαξε το σιτηρέσιο…

Μιχάλης Αλεξάκης
Συν/χος Δάσκαλος

 

ΚΡΗΤΙΚΗ ΠΑΡΛΑΤΑ (από τις παιδικές μνήμες)

Οπροθές την ταχινή επρόβαλλε στο χωριό μου μια κρούσα (ταξί). Ώστε να τη δει το κοπέλι μου εχιαρχίντισε το κακορίζικο. Και στάθηκε στη μέση τση στράτας, σαν κειονά το δραγάτη που στέκεται στση χώρας το δισταύρι και σταματά τα’μάξα που περνούνε, κι ήκαμε σινιάλο τση κρούσας και στάθηκε.

Εκεινά την ώρα εγώ εκάθουμουν στο ντουκιάνι κι ήπινα το γκαβέ μου κι ήρθενε κι ήπιασέ με το αφιλότιμο με το συργούλιο να το πάω λέει στη χώρα να δει τσι παπόρες, που ‘δενε και το Μανωλιό του Σαντόλου ντου του Σαρδανάπαλου οπροθές απού επήαινε κι αυτό. Κι εμπήκαμε στη κρούσα και ξεκινήσαμε.

Κι οντε εφτάξαμε εκειά στη Χώρα μπροστά σ’ ένα πέτρινο άθρωπο (άγαλμα), είπαμε τση κρούσας και στάθηκε. Κι επήρα το κοπέλι μου από τη χέρα και γήραμε οθέ γκάτω, οθέ ντη θάλασσα. Κι όντεν εφτάξαμε εκειά στου Φυτάκη το Μέγαρο παίζει μου το κοπέλι μου μια τζαχτανιά κι ήφυγέ μου από τη χέρα.

– Ήντα’χεις μωρέ παραζούβαλε, και χαριεντίζεσαι και θα με κάμεις μπεγιάνι στσι Καστρινούς;

– Γεε! Μπρε πατέρα, δε θωρείς εκειέ μέσα στο κόλυμπο τσούκοι απού πλένε;

– Χαράμι σου να’ναι, μωρέ, τα γράμματα που σου μάθαινα δε θωρείς μωρέ, πως είναι Καστρινοί που δώσανε μέσα στη θάλασσα να δροσερέψουνε, γιατί τα’ήπιασε φαίνεται η κάψα;

Κι εκεία που πηγαίναμε παρακάτω θωρώ πάλι το κοπέλι μου κι εχοροπήδανε και γελοχαχάριζε.

– Γεε! μπρε πατέρα, ήντα’ναι κειονέ το μουντουλούνι (το ογκώδες αντικείμενο), που’ναι μέσα στον κόλυμπο;

– Δεν θωρείς μωρέ, πως είναι παπόρα, παράωρε;

– Εμά, πατέρα, και πόσω χρονώ λες να’ναι κοντό;

– Άδικο μωρέ να μη σου λάχει παραζούβαλε, δε θωρείς μωρέ πως γράφει τον αριθμό είκοσι; Είκοσι χρονώ είναι.

– Εμά πατέρα, κι οντέ θα γενεί εκατό χρονώ δε θα το βάνει η θάλασσα!

– Άντε μωρέ να φύγομε να μη τύχει και με δούνε επαέ Καστρινοί που με γνωρίζουνε και μου πούνε: χαράς στο γιο απού’χεις.

Γιώργος Ψαράκης

 

ΗΘΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΑΘΙΒΟΛΕΣ

Μάης: ο δυσκολότερος μήνας του χρόνου για το ζεβγά μα και το ζευγάρι του.

Πραγματικά ετσά τανε κιόλας γιατί ο μήνας αυτός στο χωριό σημαίνει τέλος για όλες τις προμήθειες στην οικογένεια, αλλά ακόμη και για το ζευγάρι που αποτελούσε το στήριγμα του νοικοκυριού. Κι ο σκοτωμένος, τις πιο πολλές χρονιές ήτανε κακός κι ανάποδος. Η παροιμία λέει:’’του Μάρτη ξύλα φύλασσε και τ’Απριλιού κριθάρι και του Μαγιού δυό άχερα μη χάσεις το ζευγάρι’’. Ετσά τανε κιόλας.

Ένας παλληκαράς ο Μανωλάκης, φαμελιάρης 5 παιδιών είναι σηκωμένος από τα ξημερώματα, ήριξε μια μαθιά στον οντά που κοίτουνταν τα κοπέλια, κι ύστερα πήγε κατ’ευθεία στο κελάρι να δει το σακκί με τ’αλεύρι. Μα το παντέρμο λες και βιαζόταν να φτάξει στον πάτο, είχε και δεν είχε ακόμη πεντέξι οκάδες αλεύρι, μονολογώντας βγαίνει στο πόρτεγο κι από κει στην αυλή ξανοίγει τον ουρανό πίσσα μαύρος και ψυχαλολογούσε κιόλας. Βλέπει κατά προς όλες τις διευθύνσεις και ύστερα λέει:’’φτούσου κερατά Μάη, οφέτος ξανοίγεις να μας σε ξεβγάλεις μα για να δούμε όμως ήντα θα πει και το αφεντικό σου (ασφαλώς εννοούσε το Θεό) να τα εγκρίνει θέλει ετουτανά που κάνεις;’’. Και μονολογώντας πήγε κοντά στο σταμνί, έβαλε νερό στο μπαρτάκι, το’ριξε στο πρόσωπό του, σκουπίστηκε, έκαμε το σταυρό του κι αμέσως μπήκε στο στάβλο να καθαρίσει και να παχνιάσει τα βούγια. Έβγαλε τις κοπριές με την παλάμη και τσι’βαλε σε μιαν άκρα του στάβλου, έριξε μερικά κοντήλια από τσι μαντζαντούρες των βουγιών χάμε κι ύστερα πήρε το κόσκινο και μπήκε στον αχεργιώνα. Μόλις μπήκε είδε τα χάλια του και είπε:’’και του λόγου σου τα ίδια; Όλα μαζί μωρέ δα τελειώσετε;’’. Κακά-ψυχρά γέμισε το βολίστη άχερα και τα μοίρασε στις ματζαντούρες. Βγήκε από το στάβλο, σκούπισε τις παπούτσες του με τη φινοκαλιά και κατευθύνθηκε στο τζάκι ν’ανάψει τη φωτιά να βράσουνε πράμα να πιούνε όλοι μαζί.

Μα κεια που προσπαθούσε, να’σου και τη κυρά Μαρία περιτριγυρισμένη από όλα τα κλωσσοπούλια της, που κλαψουρίζουνε και προσπαθούνε να βρει το καθένα το κουτσουράκι του και να τοποθετηθεί γύρω από το σοφρά, νημένανε τη μπουκιά σαν τους νεοσούς. Και να η μάνα, βάζει μπροστά απ’το καθένα ένα μπαρτάκι γεμάτο αχνιστή φασκομηλιά κι ένα κομμάτι πίτα που’χε μείνει από οψές βράδυ κι ανάμεσά τους ένα πιάτο πετιμέζι και ένα άλλο με ελιές. Και λέει του αφεντικού τση ’’κάτσε δα και συ καημένε να βάλεις πράμα στο στόμα σου κι απόι να δούμε είντα δα γενούμε με τούτο να τον καιρό κι α πες σου λένε από Μαγιού Καλόκαιρο κι απ’Οκτωβριού Χειμώνας κι αμέ;… να πας μπρε σήμερο κιόλας στον πατέρα σου κι αυτός μπορεί να’χει να σου δώσει δανεικό λίγο αλεύρι να περάσομε παραπέρα. Μια ψυχή είναι, πρέπει να’χει! Κι αν είναι κριθάρι εγώ στο πι και φι δα το κάμω άλεσμα να το πας στο νερόμυλο του Φανούργιο στον Κολομόδη, εδά πουναι η δεκαπενταμερία του Χαλκιαδομανώλη και συρματεί κι όλας ο μύλος και να το φέρεις ντελόγο κι ύστερα ξάμου μένα. ’’Ε ναι ίδια δα! πάω κιόλας το γοργό και χάριν έχει’’.

Κι ίσαμε να γενούνε τούτανά που λέμε, η κυρά Μαριώ έβαλε ομπρός και ζύμωσε δυό πίτες ανεβατές και έχει ο Θεός!

Τα παιδιά εντωμεταξύ είχανε φάει το πρωινό τους και ξεχύθηκαν στο πόρτεγο και αρχίσανε τα παιγνίδια και τις σκανταλιές.

Ούτε που κατάλαβαν την κυρά Μαρία που με δυνατή φωνή τους λέει:’’σκάσετε και ακούστε ήντα δα κάμετε σήμερο, ο Γιώργης κι ο Κωστής δα πάρουνε δυό τσουβάλια να κατεβούνε στο ρυάκι στη βρύση να τα γεμίσουνε αγκαβάνους και να τα φέρουνε να ταΐσουνε τα βούγια. Οι άλλοι να βάλουνε στις τσάντες τους μέσα, τσι σταφίδες και τα σύκα που σας έχω απάνω στο τραπέζι και να μολάρετε μα ντελόγο για το σχολειό, η καμπάνα έχει παίξει από ώρα.

Σε λίγο να και γυρίζει ο Μανωλάκης. Έχει κατεβασμένα τα μούτρα, αγριεμένος και μανισμένος που ετσέ να’θελα του κάμεις τη μύτη ήθελα σκάσει. ’’Είπε μπρέ πως δεν έχει, μόνο μια ολιά ταγή, μα δε τη δίδει κι αυτή γιατί η φοράδα περιμένει μέρα με τη μέρα να γεννήσει και φοβάται να μη ρίξει! Από ψωμί, δεν έχει κι αυτός μόνο μια απαλή κριθαροκουλούρα που του την επήε σήμερο ξεφουρνιά η Γληρόραινα! Εγώ θαρρώ όμως πως όλα είναι προφάσεις για κειονά με μανισμένος. Είπατο κι αλλωνών μα βρήκανε χίλιες δυό δικαιολογίες για να με ξεφορτωθούνε. Μα ας μην ξεχνούμε πως είναι Μάης κι όλοι μας έχομε τα ίδια πάνω κάτω χάλια. Ε μωρέ! Όλα τουτανά που παθαίνουμε και μεις και τα ζωντανά μας τα’ καμε η περασμένη κερατοχρονιά, εκειοσές ο λίβας που φύσηξε στο μείτωμα και τα’καμε ολοσούφρωτα και χάσαμε τσι κόπους μας. Ήντα θες εδά καλιμέντα; Μα του Θεού η ζημιά, ζημιά δε λογάται’’. ’’Σώπα μπρε άντρα μου και να δούμε θέλει πως δα θα βολέψουμε! Εγώ λέω να πάμε αύριο που δα στεγνοπατήσει στη Κεφάλα στο κριθάρι που’χομε σπαρμένο εκειά να μαζώξομε μερικές κεφαλές να τις κάμουμε αλεύρι να περάσομε. Επέρασες καμιά φορά να το δεις;’’. ’’Ναι και είναι οι κεφαλές του ωσάν τα κόπανα και ψωμωμένο καλά, μόνο πως πρέπει να στεγνώξει’’. Όλη νύχτα ετοιμάζονταν και περίμεναν να ξημερώσει. Τα κοπέλια τ’αφήκανε να κοιμούνται. Και να σου τσις στην άκρα του χωράφου, δεν περίμεναν και οι ίδιοι να’χει τόση επιτυχία. Σε λίγα λεπτά γεμίσανε το τσουβάλι κεφαλές, το θέτει ο παληκαράς στον ώμο του και να τους στο σπίτι. Βάλανε ένα μεγάλο τηγάνι πάνω απ’την παραστιά, ανάψανε γερή φωτιά και βάνανε στις κεφαλές και γεμίζανε το τηγάνι, τσι ανακατώνανε με μια ξύλινη κουτάλα κι είσαμε να στεγνώξουνε και να ξεραθεί το κριθάρι ήτανε και θρουλισμένες όλες, γεμίσανε μ’αυτόν τον τρόπο μερικά κόσκινα, τα τρίψανε καλά, βγάλανε τα άγανα, το λυχνίσανε, το βάλανε στο τσουβάλι κι έτοιμο για το μύλο.

’’Φέρε δα το γάιδαρο Μανώλη και γλάκα τονε, αργά θέλω να’σαι επαέ’’. Πραγματικά προτού βασιλέψει ο ήλιος ήτανε στην αυλή και ξεφόρτωνε το μισοτσούβαλο το αλεύρι και το’βαζε στο πόρτεγο κοντά στη σκάφη για να ζυμωθεί. ’’Άντε δα γυναίκα βάλε ομπρός’’ κι εκείνη αρπά την κνισάρα, το κοσκινίζει, φέρνει το προζύμι, το ζυμώνει και το αφήνει ν’ανεβεί. Εκεινιά την ώρα να’σου ο παπαβούρος μπαίνει μέσα, έχει στο ώμο ντου ένα αλευροσάκκι με καμιά δεκαριά οκάδες σταρένιο αλεύρι. ’’Να, τούτονε μπόρεσα και βρήκα πάρετέ το’’. ’’Εμείς εκάμαμε κολάι αφεντάκι’’ λέει η κυρά Μαρία και συνεχίζει ’’έβγα στο χωριό σουρέψου και στο σπίτι σου πορέψου, λέει η παροιμία’’.

Πότε γίνηκε ο φούρνος, πότε φουρνίστηκε και ψήθηκε κιόλας ούτε που το καταλάβανε. Κι όποιος είχε την τύχη να περάσει στο ξεφούρνισμα, ήθελε δεν ήθελε έπρεπε να πάρει ξεφουρνιά γιατί όντε είναι το πράμα πρέπει να τρώει και ο μελήτακας.

Αυτή ήτανε η ζωή μας στα μέσα του περασμένου αιώνα. Μέσα στις δυσκολίες της είχε και γοητεία.

Κων/νος Φραγκιαδάκης
Συν/χος δάσκαλος

 

Μνήμες…μιας άλλης εποχής

Στις 30 Αυγούστου 1949 πρωί-πρωί είμαι πάνω σε μια σακαράκα που εκτελεί γραμμή Αστρίτσι-Ηράκλειο-Αστρίτσι. Μικρό παιδί, τελειωμένο από το Δημοτικό σχολείο να με πηγαίνουν στη χώρα μαζί με πάσης φύσεως φορτίο, βαρέλια από λάδι, σακιά με πατάτες, καρπό από σιτηρά, τρόφιμα και σκεύη πάσης φύσεως, πρόχειρα βέβαια, αφού οι καρέκλες ήταν πλεγμένες με βούρλα της κακής ώρας και ακόμη πολλά πράγματα όλων των κατηγοριών. Πάνω σε όλα αυτά άνθρωποι επιβάτες μαζί με μια αίγα.

Το ξεκίνημα γινότανε έξω από τη φάμπρικα του… πρωί-πρωί για το Ηράκλειο και η επιστροφή το απόγευμα και εφόσον υπήρχαν επιβάτες και φορτίο αλλιώς το δρομολόγιο δεν εκτελείτο.

Το χειμώνα με το πολύ κρύο ο οδηγός το βράδυ σκέπαζε τη μηχανή με κάτι σακιά και το πρωί της έριχνε ένα μπουγαδιτσίκαλο ζεστό νερό.

Μετά ένας δυνατός άντρας με τη μανιβέλα γυρνούσε όσο πιο γρήγορα μπορούσε τη μηχανή για να πάρει εμπρός εάν δεν έπαιρνε εμπρός περίμενε να ζεστάνει καλά ο καιρός και επιτέλους να εκτελεστεί το δρομολόγιο.

Ο δρόμος βρίσκεται στα κακά του χάλια. Μα εκείνη την εποχή οι άνθρωποι ήταν στη χειρότερή τους μοίρα, οι δρόμοι θα ήταν καλύτεροι;;

Εκεί πέρα στου παπά τις σκές οι λακκούβες και οι λάσπες να χώνουν το φορτηγό μέχρι ψηλά την καρότσα ταρακουνόντας και τρίζοντας επικίνδυνα λες και θα διαλυόταν ή θα κάρφωνε μέσα στη λάσπη από το βαρύ φορτίο και την κακή του κατάσταση. Κάποιο σκοινί είχε ο οδηγός μαζί του μα δεν ξέρω τι το ήθελε γιατί συχνά φώναζε στο συνοδηγό, τράβα το σκοινί…..το σκοινί.

Όταν περνούσαμε το Βαθύ ποταμό κάποιος γέρος επιβάτης μισο-αστειευόμενος φώναζε του οδηγού: σιγά μωρέ μη μας αδειάσεις μέσα στον ποταμό και μας φάνε οι σκύλοι και οι κοράκοι.

Φτάνοντας στην καινούργια Πόρτα Ηρακλείου κατάυθαναν και ένα σωρό άλλα αυτοκίνητα σχεδόν με τα ίδια φορτία και σε κατάσταση χειρότερη από του δικού μας. Άνθρωποι, ζώα, πράγματα όλα φύρδην-μίγδην και με φωνές ανθρώπων και των ζώων τα βελάσματα ένα πραγματικό κομφούζιο μέσα στην ίδια τη ‘’χώρα’’ που το παιδικό μου μυαλουδάκι τη φαντάζονταν σαν τον παράδεισο που εγώ πηγαίνοντας στο Ηράκλειο θα βρισκόμουν μέσα στον κήπο της Εδέμ.

Η εγκατάστασή μας εδώ γινότανε σε δωμάτια γύρω-γύρω από μια αυλή ή στην καλύτερη περίπτωση σε μονοκατοικία ανάμεσα σε οικογένεια όχι με λιγότερα από οκτώ άτομα το κάθε σπίτι. Τα δωμάτια να είναι μικρά-μικρά γεμάτα από δύο ή τρία κρεβάτια σανιδένια με τη στρωματιά τυλιγμένη τη μέρα για να χρησιμοποιούνται το ένα σαν τραπέζι και τα άλλα δύο για τις οικιακές ανάγκες. Το αποχωρητήριο να βρίσκεται στην πέρα-πέρα γωνία της και για πόρτα να έχει ένα χιλιομπαλωμένο τσουβάλι ή παλιοσανίδες καρφωμένες όπως λάχει που όταν άνοιγε ή έκλεινε εκείνη να στριγκλίζει πιο πολύ και από το φορτηγό που με κουβάλησε από το χωριό μου ‘’τσουβαλάτο’’ στη χώρα.

Έτσι βρεθήκαμε τότε στην πολιτεία μικροί μεγάλοι για τα γράμματα και τις τέχνες. Είδαμε καλές και άσπρες μέρες και ξεχάσαμε τελείως σήμερα της άσχημη κακή μας ζωή.

Φραγκιαδουλάκης Γεώργιος του Δημητρίου

 

Το τσουρλί και η γιαγιά μου

Στα παιδικά μου χρόνια τα σπουδαιότερα παιγνίδια που έπαιζαν τα παιδιά στα χωριά μας, ήταν: οι αμάδες, ο ντελής, ο χοίρος, το πάνινο τόπι και το τσουρλί.

Το τσουρλί ήταν μια μικρή πλακωτή πέτρινη πλάκα, που τη χτυπούσαμε γύρω-γύρω και την κάναμε στρογγυλή διαμέτρου 10-15 περίπου πόντων, ανάλογα με το μπόι μας και τη δύναμή μας.

Κάθε παιδί είχε και το δικό του τσουρλί. Πηγαίναμε στη μεγάλη πλατιά στράτα, που ήταν δίπλα από το πηγάδι του χωριού, τραβούσαμε χάμω μια γραμμή, σαν σημαδούρα εκκίνησης, και άρχιζε ένας-ένας με δύναμη να τσουρλά το τσουρλί του. Ό,τινος πήγαινε πιο μακριά, αυτός κέρδιζε. Για να εξασκηθούμε όμως, καθένας έκανε όπου μπορούσε κι όπου βρισκόταν πρόβες. Εγώ, φαίνεται, έκανα πολλές τέτοιες πρόβες κι ήμουν από τους πιο καλούς στο τσουρλί.

Θαμουν παιδί 10έως 11 ετών, μεγαλωπό, και κάποτε έκανα μια τέτοια πρόβα μέσα στην αυλή του σπιτιού μας. Η αυλή μας ήταν μεγάλη, θαχε μήκος 15-20 μέτρα περίπου και στην άκρα της είχε στήσει ο πατέρας μου τη ρούμπα του καζανιού, που έβγαζε τη ρακή. Η ρούμπα είναι ένα μεγάλο πήλινο πιθάρι, που έβαζε 1,50 τόννο νερό, διαγωνίως της δε, περνούσε ένας χάλκινος σωλήνας, μέσα από τον οποίο περνούσαν οι ατμοί του καζανιού, εψύχοντο με το νερό της ρούμπας, και έβγαινε από το κάτω μέρος του σωλήνα η ρακή. Ήταν απαραίτητο εξάρτημα του καζανιού. Χωρίς αυτή δεν έβγαινε ρακή και δεν μπορούσε εύκολα να γίνει εκείνη την εποχή λόγω της μεγάλης της αξίας.

Εγώ χωρίς να προσέξω καθόλου, έβαλα όλη τη δύναμή μου, από την άκρη της αυλής και ετσούρλισα το τσουρλί. Όμως, του έτυχε, φαίνεται, κάποιο εμπόδιο, κάποια ακίνητη πέτρα γιατί το τσουρλί σηκώθηκε και πηγαίνει το αφιλότιμο και χτυπάει στο κέντρο τη ρούμπα και τη ραγίζει. Η ρούμπα έγινε άχρηστη.

Εγώ, όταν είδα ότι έσπασα τη ρούμπα, φοβήθηκα πολύ και φεύγω κλαίγοντας και τρεχάτος, και πάω – που αλλού;- στο σπίτι της γιαγιάς μου Ελένης και της λέω το καμπαέτι μου. Αυτή αμέσως κατάλαβε πως το παράπτωμα μου ήταν μεγάλο και ο πατέρας μου θα θυμώσει πολύ και θα με κυνηγήσει.

Με παίρνει από το χέρι και μου λέει:- μην κλαίς. Και με κρύβει στη μέσα κάμερα του σπιτιού, πίσω από ένα μεγάλο πιθάρι. – ατά να κάτσεις και να μη βγάνεις άχνα, κι εγώ θα δω πως θα σε γλυτώσω.

Δεν πέρασαν 10 λεπτά και φθάνει ο πατέρας μου.

– Μπα να φάνηκε επαδά ο Μιχαλάκης; τη ρώτησε θυμωμένα.

– Οοχι! Ντα γιαντα τονε γυρεύεις;

– Επήγε ο σκύλος και μουσπασε τη ρούμπα του καζανιού με το τσουρλί, και πως θα βγάλω τα στράφυλα;…κι ήντα θα γενώ;…

– Ε!… Μανωλάκη…και τονε γυρεύεις εδα να τονε σκοτώσεις; Για…καταλάγιασε!…Ήθελε ντο μπρε δα κι αυτός; Η παντέρμη, η κακή ώρα φταίει! Ετουλόγου σου να’σαι καλά, κι άλλη ρούμπα θα κάμεις… Ασε το κοπέλλι στο χάλι του – η τρομάρα που πήρε φτάνει – και… πήγαινε στο καλό.

Ο πατέρας μου με τα λόγια της γιαγιάς μου και με τον τρόπο που τα είπε, ηρέμησε, ξεθύμωσε και ξεκίνησε να φύγει. Μα μια στιγμή ξαναγυρίζει και της λέει: – κατέχω το γω κερά μάνα, πως τον έχεις επαδά κρυμμένο, μα… δεν πειράζει. Κοπέλι’ναι δα και λέω πως θα του γίνει μάθημα, να’ναι αλλή φορά πιο προσεκτικός. Σε λίγο στείλε τον στο σπίτι, μα εγώ δεν τον δέρνω,.

Εγώ κουκουβισμένος πίσω από το πιθάρι, άκουγα τη συζήτηση, κι άμα ήκουσα τον πατέρα μου να λέει, πως δεν με δέρνει, ήρθα στα σύγκαλά μου.

Έτσι με γλύτωσε η γιαγιά μου, από το θυμό του πατέρα μου. Σε λίγη ώρα ήρθε η μάνα μου κι αφού μου’ψαλε ότι μου βγαίνανε, με πήρε στο σπίτι και θαρρώ πως πήρα ένα καλό μάθημα.

Μιχαήλ Εμμ.Αλεξάκης
Συν/χος Δάσκαλος

 

Αναμνήσεις από τους Γερμανούς

Ήμουνα κορίτσι 14 χρονών και θυμάμαι γεγονότα της Γερμανικής Κατοχής. Όταν οι Γερμανοί καταλάβανε την Κρήτη, όλους τους άνδρες του χωριού τους πέρνανε εγγαρία στο αεροδρόμιο Καστελίου. Εμείς δεν είχαμε πατέρα για να τον πάρουν, ο αδερφός μου ήταν μικρός – μαθητής γυμνασίου-, γι’αυτό στο σπίτι μας είχαμε συχνές επισκέψεις των Γερμανών.

Είχαμε μια μεγάλη αυλόπορτα τσίγγινη και συνήθως οι Γερμανοί έρχονταν βράδυ και με τα άρβυλά τους εβροντούσανε την πόρτα κι ακουγόταν σε όλη τη γειτονιά.

Πότε ζητούσαν κρεμμύδια πότε πατάτες, πότε κότες και συνήθως αυγά. Όταν δεν είχαμε να τους δώσουμε, κάνανε φασαρία και τους άκουγε ο θείος μου ο Χαλαμπαλομανόλης που τους έδινε ότι ζητούσαν και γλυτώναμε.

Θυμάμαι λοιπόν κάποτε είχαμε ένα σωρό πατάτες στο υπόγειο σκεπασμένες με τσουβάλια. Κάποια νύχτα πάλι άρχισαν να βροντάνε την πόρτα, μπήκανε μέσα δύο Γερμανοί, εψάξανε, ευρίκανε τις πατάτες σαν να ήταν συστημένοι, και αρχίσαν να τις σακιάζουν.

Μόλις είδε η μάνα μου ότι ετοιμάζονταν να πάρουν δύο τσουβάλια, που τη βρήκε τόση δύναμη δεν ξέρω, μπήκε στη μέση και τους εμπόδισε φωνάζοντάς τους: αν τις πάρετε όλες τα παιδιά μου θα πεθάνουν από την πείνα. Δεν ξέρω τη λυπήθηκαν πάντως πήραν μόνο ένα τσουβάλι. Φόρτωσε στην πλάτη του ο Γερμανός το τσουβάλι και καθώς ήταν ψηλός παρά λίγο να τραυματιστεί στα κλαδιά μιας ροδιάς που υπήρχε στην αυλή. Ίσως από σύγχυση ίσως από σκοτεινιά που είχαμε εκείνα τα χρόνια χωρίς ηλεκτρικό ρεύμα.

Τώρα που τα θυμάμαι ήταν θαύμα για αυτή τη μάνα που δεν της δώσαν καμιά με τα πιστόλια που είχαν στη μέση τους να την αφήσουν ανάπηρη ή και να τη σκοτώσουν, να μείνουμε χωρίς μάνα.

Μαρίνα Μ. Αλεξάκη

 

H ΦΥΣΤΑΝΑ

Tο φόρεμα που μεγάλωσε τη γενιά μας, από το 1925 μέχρι το 1950 οπότε άρχισε και η ανάπτυξη στο χωριό μας.

Χειμωνιάτικη μέρα, το κρύο τσουχτερό κι ο βοριάς καταχτυπά μανιασμένος τα ξεχαρβαλωμένα παραθυρόφυλα του σπιτιού μας λες και θέλει να μείνομε τελείως απροστάτευτοι, στο έλεός του!

Τα κούτσουρα σπιθοβολούν στο τζάκι, κι εγώ κάθομαι στο κουτσουράκι μου κοντά-κοντά για να ζεσταίνομαι, ξυπόλυτο, φορώντας τη φυστάνα μου κι από πάνω το ρασιδάκι με κατεβασμένη την κουκούλα κι αναμετρώ τις καψυλίδες που ταξιδεύουνε στον ανηφορά. Ίσως να τις συνόδευα κιόλας.

Ξαφνικά ακούγεται επιταχτική η φωνή της κυρά-Κατερίνας: «Σήκω απάνω, ακόμη δεν εβαρέθηκες να κάθεσαι ατά σ’αν τα’απολιθωμένο; Σαλε βγε να πας εκέ πο κάτω στην αυλή του μπάρμπα σου να παίξεις μια ολιά με τα ξαδέρφια σου κι ύστερα να’ρθεις να φάμε. Πρόσεχε όμως μη λερώσεις τη φυστάνα, γιατί δεν μπορώ να πλύνω συνέχεια»…

Αχ αυτή η φυστάνα μου καθόταν σαν κόμπος στο στομάχι! Κι όλο έλεγα: μα κοριτσάκι είμαι εγώ; Γιάντα η μάνα μου, μου βάνει φυστάνα; Μα βλέποντας και τους άλλους συνομήλικούς μου να φορούνε την ίδια δεν έβγαινε μόκο!

Κι ηντάτανε δα κείνεια η φυστάνα!

Ένα μονοκόμματο σκούρο φόρεμα σαν σωλήνα από το λαιμό ως τατζά. Μάλλινη το χειμώνα και λινή ή μπαμπακερή το καλοκαίρι. Φαμένη, συγκομένη και ραμμένη από τη μάνα μας. Στο άνοιγμα του λαιμού είχε ένα σχισματάκι και μια θηλιά με κουμπί για να διευκολύνει τη χρήση. Στο ύψος των ώμων (ζερβόδεξα) κρέμουταν δύο σωλήνες που έφταναν ως τα’ ακροδάκτυλα (μανίκιες) την τραχειλιά τη στόλιζαν με δαντέλα και μας κρεμούσαν και μια σαλιάρα λευκή! Στα μανίκια κάνανε γαζάκια, το ίδιο και στη γυροβολιά.

Μα το παράξενό της ήτανε η μπουζουνέρα (τσέπη) φαρδιά, βαθειά, λίγο πιο κάτω από το στομάχι μας. Τελείως δυσανάλογη από τη φυστάνα, αλλά αρκετά μεγάλη για να δέχεται τα καλούδια των παππουδολαλάδων μας. Τι ικανοποίηση ένιωθαν εκείνοι και τι ευχαρίστηση εμείς!

Στα βρεφονηπιακά μας χρόνια ήταν το μοναδικό μας φόρεμα. Θυμούμαι που παίζαμε πεντόβολα και λέγαμε ο ένας στον άλλο: ανεμαζώξου μωρέ γιατί φαίνεται ο ποπός σου.

Όταν γίναμε 4-5 χρονών τότε μας έκαμε η μάνα παντελονάκι λίγο πιο πάνω από τους αστραγάλους και κόντυνε η φυστάνα ως λίγο πιο κάτω από το γόνατο. Αυτή η φορεσιά κρατούσε με ελάχιστες εξαιρέσεις τουλάχιστο ως τις πρώτες τάξεις του Δημοτικού. Μετά η φυστάνα για τ’ αγόρια έπαιρνε τέλος. Την αντικατέστησε το σακάκι και το παντελονάκι. Περιττό βέβαια να υπενθυμίσω ότι η ξυπολυσιά κυριαρχούσε μέχρι και την εφηβεία.

Μα το παιχνίδι στην αυλή είχε δυσάρεστο τέλος. Τρέχοντας χτύπησα το μεγάλο δάχτυλο του ποδιού σε μια πέτρα και το αίμα έτρεχε κουτσουνάρα. Τρελλάθηκα όταν το είδα. Έβαλα τις αγριφωνάρες και να σου πάλι η μάνα. Μ’ έβαλε στην ποδιά της και με φιλιά και χάδια με παρηγόρησε. Το ’πλυνε καλά με κρασί και του’ βαλε φούσκα τση γής, το τύλιξε μ’ ένα πανί, το ’δεσε κι ύστερα μου’ πε: «Σώπα συ γιε μου, μα εγώ παράγγειλα στον τσαγκάρη τα παπούτσια σου κοκκινολύπα να τα φορείς και να μην τα θωρείς!».

Έτσι μας παρηγορούσαν και μας μεγάλωναν οι χιλιοβασανισμένες μανάδες μας ας είναι η μνήμη τους αιωνία!

Όταν πια ήρθε η ώρα του σχολείου (6 ετών) ο πατέρας μου πήγε στο παζάρι (Αρκαλοχώρι) και μου αγόρασε τόκο για να μου ράψει η μάνα καινούργια φορεσιά και μου πήρε και ένα ζευγάρι στιβανάκια καρνάδα κόκκινα. Τώρα τα φόρουνα και τα θώρουνα κιόλας!

Πηδούσα, έτρεχα συνέχεια κοκκορευόμουνα και σταματημό δεν είχα. Κι ο πατέρας έλεγε: «κάτσε φρόνιμα γιατί ογλήγορα δα πομείνεις πάλι ξυπόλυτος». Κι όταν η μάνα μου’ραψε τη στολή, μου τη φόρεσε γύρισε γύρω-γύρω και με καμάρωσε. Ύστερα μου’δωσε μια στα πισινά και μου λέει: « άντε δα στο σχολειό και να’σαι καλό παιδί και καλός μαθητής».

Νομίζω πως την δικαίωσα!

Μια μέρα ο αείμνηστος και σεβαστός μου δάσκαλος Απόλλων Καλογερόπουλος, μου φωνάζει: « έλα δω αγαπημένε μου μαθητή και συνάδελφε, δες αυτή τη φωτογραφία και βρες τον εαυτό σου, είσαι στην Α’ τάξη Δημοτικού». Προσπάθησα πολύ, έβλεπα όλα τα παιδιά ξυπόλυτα με τις φυστάνες τους και μόνο ένα με στιβανάκια κουκουλωμένο με το ρασιδάκι του δίπλα στο δάσκαλο. Αλλά ποιο; Τότε μου λέει: « να αυτός δίπλα είσαι! δίπλα μου με τα στιβανάκια! Και μάλιστα πρόσθεσε: «είσαι ομπροστάρης στο τάγμα των αξυπόλυτων (1931 Α’ Τάξη).

Όμως αυτά τα ξυπόλυτα, με τις φυστάνες και εν πολοίς κακοσιτισμένα παιδιά, διψούσανε για μάθηση και για πνευματική άνοδο. Με την ευγενή άμιλλα, τις φιλότιμες προσπάθειες των δασκάλων τους καταφέρανε να γίνουνε δάσκαλοι, καθηγητές, γιατροί, δικηγόροι, στρατηγοί και άλλοι ανώτεροι υπάλληλοι που υπηρετούν την πατρίδα επάξια.

Ένα μεγάλο εύγε! Στους δασκάλους του Αστριτσίου μα και στους ξένους που υπηρετήσανε στο σχολείο μας επί δεκαετία και πλέον.

Απόλλων Καλογερόπουλο, Κων/νο Λαμπράκη Κων/νο Φραγκιαδάκη και το ζεύγος Μαρία και Δημήτρη Γιακουμάκη.

Δύσκολη αρχή-όμορφο τέλος.

Κων/νος Φραγκιαδάκης
Συν/χος Δάσκαλος

 

ΚΟΡΑΚΙΕΣ

Πριν καλά-καλά τελειώσει ο δρόμος [κατσικόδρομος] από Ανεμόμυλο προς Κάτω Βρύση και συναντήσομε τη στράτα Αστρίτσι-Φιλίσια στα αριστερά μας υπάρχει ένας βραχώδης όγκος σε σειρά με την παράξενη ονομασία, Κορακές. Αυτή η ονομασία θα πρέπει να προήλθε γιατί στους ψηλούς και απότομους βράχους που υπάρχουν σε μεγάλο σχετικά μάκρος κουρνιάζουν τις νυχτερινές ώρες τουλάχιστον εκατοντάδες κοράκια. Αυτή τη μέρα πρωί με το χάραμα ξεχύνονται σε μακρινές αποστάσεις για να βρουν στα αμπέλια τα σταφύλια, στις συκιές τα σύκα, στα μποστάνια να τσιμπολογήσουν ότι μπορούν μέχρι να μην αφήσουν τίποτε και κυριολεχτικά που να μη το καταστρέψουν. Μα ας επανέλθομε στην τοποθεσία Κορακές που έχομε πολλά να πούμε.

Αυτές ξεκινούν όπως είπαμε λίγο πριν τη συνάντηση του δρόμου Αστρίτσι-Φιλίσια και φτάνουν μέχρι τις Γαλανοσυκές [τοποθεσία και αυτή] παραπάνω από το καμαράκι για όσους το γνώρισαν και το θυμούνται. Άλλοτε να είναι ψηλά κατακόρυφα βράχια με μύτες που εξέχουν πολύ και άλλες εξάρσεις που θαρρείς ότι θα καταπέσουν από στιγμή σε στιγμή και άλλοτε χαμηλά με βλάστηση πάσης φύσεως από χαμηλή με διάφορα είδη αρωματικών και άλλω άγριων φυτών όπως φασκομηλιάς, θυμάρι, θρούμπα, αγκαραθιά μα προ πάντων εκείνο το ξεχασμένο για τις μεγάλες γυναίκες, το πλουμί [αλιματσά] που τον παλιό καιρό ήταν ένα ιδανικό γέμισμα μαξιλαριών και των στρωμάτων πριν ακόμη βρεθούν τα αφρολέξ και άλλες ύλες της κλινοστρωμνής.

Η ψηλή βλάστηση όπως εκείνα τα σκουροπράσινα πουρνάρια και οι φουσκιές που συναγωνίζονται μεταξύ τους ποιο θα ξεπεράσει το άλλο σε ύψος και ποιο θα κρεμαστεί έξω από τους βράχους στο γκρεμό για να φαίνονται ότι έτσι θέλουν να σχηματίσουν όλα τα μικρά φτερωτά πουλιά για να προφυλάξουν τους νεοσσούς των από τα αρπαχτικά.

Όλα αυτά, η εναλλαγή ψηλής και χαμηλής βλάστησης, ο διαφορετικός χρωματισμός, τους δίδουν μία ευχάριστη νότα στην αγριάδα της φύσης που κανένας καλλιτέχνης ανθοκόμος δε θα μπορούσε να τα συνδυάσει τόσο ωραία, τοπίο, αγριάδα και βραχώδη όψη συγχρόνως.

Εκτός από τα κοράκια που κουρνιάζουν μόνο τη νύχτα όπως είπαμε, φωλιάζουν και την ημέρα ένα σωρό άλλα μικρά μα και μεγάλα φτερωτά πετούμενα όπως αγριοπερίστερα, γεράκια, γκιώνηδες, πετροχελίδονα μα και μικρά πουλάκια που συναγωνίζονται που να βρουν τους κατάλληλους χώρους και να φτιάξουν τις φωλιές τους ή και να ξεκουράζονται κάπου-κάπου. Πριν μερικά χρόνια ανάμεσα στη χαμηλή βλάστηση έκαναν και τις φωλιές τους οι πέρδικες όταν υπήρχαν στην περιοχή και αυτές πριν εξαφανιστούν , όπου έβρισκαν κατάλληλο έδαφος και να βγάλουν τα περδικάκια τους χωρίς να τα ενοχλήσει κανένας, που εκείνα πάλι μόλις έβγαιναν από το αυγό τους αμέσως κρυβόταν μέσα στους θάμνους για να αποφύγουν τα αρπαχτικά και ιδιαίτερα προτιμούσαν τις ανωνίδες γυρίζοντας ανάποδα τα ποδαράκια τους και που να τα βρει αρπαχτικό εκεί μέσα μα και πώς να τα βγάλει από αυτόν τον αγκαθωτό θάμνο. Η πέρδικα θέλει καθαρό πεδίο μπροστά της για να πετάξει από κορυφή σε κορυφή χωρίς να την εμποδίζει ψηλή βλάστηση, μα δυστυχώς στις μέρες μας χάθηκε ένα ωραίο καμαρωτό πετούμενο. Ακόμη ανάμεσα σε αυτούς τους απότομους βράχους ζουν και κινούνται διάφορα νυχτόβια ζωάκια όπως νυφίτσες, ικτίδες, σκαντζόχοιροι μα και διάφορα ερπετά όπως φίδια, σαύρες, σαμιαμίθια και προσπαθούν πως θα κρατηθούν ανάμεσα στις ψηλές χαραμάδες μα και να βρουν την τροφή τους. Ομηρικές μάχες δίδονται κάθε στιγμή αναμεταξύ τους για την επιβίωσή τους.

Σε αυτούς τους βράχους υπάρχουν μικρά και μεγάλα σπηλιαράκια που στην κατάληψη της Κρήτης το Μάη του 41 από τα Γερμανικά στρατεύματα, πολλά βράδια μείναμε και εμείς εκεί μέσα. Όχι μόνο τότε μα και σε αρκετά κατάλληλα και απόκρυφα τέτοια γίνανε αποθήκες τροφίμων και πολεμοφοδίων για τις ανάγκες των φίλιων τμημάτων που δρούσανε εναντίον των κατακτητών σε όλη τη διάρκεια της κατοχής. Μα και στα κάτω μέρη αυτών των βράχων όπου το έδαφος το επέτρεπε γινότανε πολλές καλλιέργειες με κάθε είδους οπωροφόρα δέντρα και κυρίως κηπευτικά. Μα και άλλες διάφορες δραστηριότητες, ακόμη και διαβίωση των πρώτων κατοίκων του Αστριτσίου γινότανε στις Κορακές.

Ο εκκλησιασμός και όλα τα θρησκευτικά καθήκοντα εκεί κάτω στην εκκλησία του Αγίου Ιωάννου γινότανε αφού δεν υπήρχε άλλη εκκλησία στην περιοχή. Όπου επέτρεπε ο χώρος γινότανε και το στάβλισμα των ζώων. Οι Κορακές λοιπόν είναι μία βραχώδης σειρά περίπου δύο χιλιομέτρων πότε απότομη και ψηλή και πότε χαμηλή που σχεδόν δεν διακρίνεται το επικλινές της έδαφος μα σχεδόν αδύνατον να το ανεβεί κανένας εύκολα εκτός από ελάχιστα σημεία του και εάν είναι ορειβάτης. Σίγουρα οι ορειβάτες δεν θα το έχουν φαίνεται ανακαλύψει ακόμη επειδή τέτοια μέρη τα αναζητούν.

Αστρίτσι 1η Ιουλίου 2010

Φραγκιαδουλάκης Γεώργιος του Δημητρίου

 

ΑΝΕΚΔΟΤΑ

H παραγγελιά…

…Μιλούμε για κάποια εποχή προ του 1940. Μια ωραία σεληνόφωτη βραδιά μετά τον 15Αυγουστο, μια καλή παρέα, από μερικούς γερόντους, μεσόκοπους και νέους αποσπερίζουνε στο κέντρο του χωριού. Κάθονται στο πεζούλι κάτω από του Χρονοστελιανού τη συκιά και κουβεντιάζουνε για χίλια δυό που αφορούσαν την καθημερινή τους ζωή. Δεν έλειπαν βέβαια τα πειράγματα, τα αστεία, τα παραμύθια που κρατούσαν μάλιστα κάμποση ώρα, κι όλα αυτά γίνονταν για να πάνε μετά για ύπνο ευχαριστημένοι και γι’αυτή την αποσπερίδα…

Ήτανε Πέμπτη βράδυ και ξαφνικά σηκώνεται πάνω ο καφετζής του χωριού πούκανε και τον μπακάλη όποτε ήθελα του καπνίσει και λέει: -φτάνει μωρέ μπλιό, άντεστε δα να πάνα θέσωμε γιατί εγώ έχω αύριο στρατιά και πρέπει να σηκωθώ από τα ξημερώματα για να προλάβω. (Πήγαινε κάθε Παρασκευή στη χώρα με το γάιδαρο πουσούνιζε ότι του’λειπε στο μαγαζί, και νωρίς το βράδυ το στόλιζε με την καινούργια πραμάτεια του). Και τότε έγινε το έλα να δείς, σηκωθήκανε όλοι να του δώσουνε παραγγελιές. Άλλος ήθελε να του πάρει καπνό, άλλος τσιγαρόχαρτα, άλλος κοφτερό τσουρά για να κόβει τον καπνό.

Ένας μάλιστα του’πε να του πάρει τα μπιστοκαπλόδετα για το σωμάρι του γαιδάρου ντου, και τον εκάμανε να τα χάσει και να μείνει αποσβολωμένος.

Πάνω σ’αυτή τη σταστημάρα ντου παρουσιάζεται μπροστά του το Νικολιό

(ένα δωδεκάχρονο αγοράκι πανέξυπνο με τα σπινθηροβόλα μάθια του, ξυπόλυτο βέβαια) και του λέει: – Ε! μπάρμπα… μια και δα πας αύριο στη χώρα να σου δώσω και γω μια παραγγελιά; Να πάρε κειώνέ το δίφραγγο να μου φέρεις μια σφυρίχτρα!

Ο γέρος έμεινε κατάπληκτος, τονε κοίταξε καλά-καλά πήρε το δίφραγκο και του λέει:- εσύ μόνο Νικολιό δα σφυρίξεις το βράδυ!

Ο δάσκαλος κάνει μάθημα Φυσικής Ιστορίας στην Ε’ και ΣΤ’ τάξη. Έχει κρεμασμένη στον πίνακα μια εικόνα του ελέφαντα (από κείνες τις συνηθισμένες που είχαμε στα σχολεία) και από αποκόμματα περιοδικών και εφημερίδων προσπαθεί να διδάξει όλα όσα αφορούν τη ζωή αυτού του ζώου. Έφτασε και στο σημείο του πολλαπλασιασμού και θέλοντας να χαροποιήσει λίγο την ατμόσφαιρα, διαλέγει ένα μαθητή που ήτανε βιαστικός, επιπόλαιος, εγωιστής και του λέει:

– Πως λες εσύ Μανώλη αυτό το τεράστιο ζώο να πολλαπλασιάζεται;

Και ο Μανώλης αμέσως:

– Με αυγά κύριε!

….και ο Λάκης κριτικός και σκανταλιάρης της τάξης λέει:

– Ε! μάνα μου αυγουλάρες, κύριε απού θα τσι κάνει!

Κωνσταντίνος Φραγκιαδάκης
Συν/χος Δάσκαλος

 

Η ΜΥΓΑ

Δυο γεροντάκια κάθονται στο πεζούλι της εκκλησίας του χωριού τους και λένε βαϊζα (ιστορίες) της παλιάς εποχής. Μια στιγμή λέει ο ένας του άλλου:

– Θυμάσαι, μωρέ Μιχελή, που στα νιάτα μας δεν εκάθιζε μύγα στο σπαθί μας;

– Πώς δεν το θυμούμαι, Νικολή! Μα τώρα, καημένε, δε φεύγει ούτε μια!!!

Μιχάλης Αλεξάκης

 

Το φαγοπότι

Ένα μήνα πια μπρός από την Καθαριά Δευτέρα, μου’βγανε τραβάγια η γυναίκα. Μια μέρα θυμούμαι και μου’λεγε, και μου’λεγε και δεν εβάσταξα και εγώ και τσι λέω: ’’να μη μου ξαναπείς πράμα γιατί θα πάρω το μουλάρι και τη σκαλίδα και θα πάω στι Λάκους και θα βγάλω τέσσερις αγκαλιές αστιβίδες και θα βάλω φωτιά και στο μουλάρι και στ’αστιβίδες’’. Ε… δε μου ξαναμίλησε.

Ήρθε λοιπόν η Καθαριά Δευτέρα, εμαζωχτήκανε επαέ κιαπόι επήγαμε στου εκιέ πο κάτω στου τσαγκάρη το σπίτι. Θυμούμαι το Μιχάλη το Ζερβάκη, το Στελιανό το Καλουδάκη, το Ταμπακονικολή, το Χαλκιαδομανώλη και άλλους, και την εσάσαμε γερά με τα λουμπούνια και τις ελιές. Μετά από ώρα επορήσαμε όξω, εμαζώχτηκε κι άλλη παρέα και συνεχίσαμε στου Ταμπακονικολή το σπίτι.

Από και εφύγαμε αλλά ο τσαγκάρης είχε μεθύσει πολύ κι όταν επερνούσαμε έξω από του Ταμπακοργιώργη το σπίτι εβρήκαμε μια ντάβλα (παλιά πόρτα) και βάλαμε απάνω τον τσαγκάρη και τον εκουβαλούσαμε.

Όντε επερνούσαμε από του Νικόλαου το σπίτι κοντά, στην ανηφόρα η κεφαλή του ήτονε προς τα κάτω κι αυτός εκρούφτηκε, ήβγανε από το στόμα του τα λουμπούνια και το κρασί και μεις και καλά τον εκλαίγαμε: ’’εε… γείτονά μου κι ήχασά σε’’ άλλοι λέγανε άλλα και κλαίγανε οραμάνι. Περνά και η κερά του εκεινιά την ώρα και βάζει τις φωνές:’’ σκύλοι εφάγατε τον άντρα μου’’!!!

Εμμανουήλ Γρηγ. Βουράκης

 

ΤΑ ΣΥΚΑ

Ένας χωρικός αγαπούσε πολύ τα σύκα. Ήταν μήνας Αύγουστος η εποχή των. Είχε καβαλικέψει το γαϊδαρό του και πήγαινε στην εξοχή για δουλειά.

Στο δρόμο συναντά μια συκιά, κατάφορτη από γινωμένα μεγάλα σύκα, μεταξόσυκα που από το φάλι τους έσταζε μέλι. Λέει, τώρα θα κάμω την τύχη μου!…

Μα η συκιά ήταν ψηλή και δεν έφτανε από κάτω τα σύκα. Σταματά κι αυτός το γάϊδαρό κάτω πό τη συκιά, ανεβαίνει προσεκτικά πάνω στο σαμάρι του γαϊδάρου, και όρθιος άρχισε να κόβει τα πιο μεγάλα και τα πιο ώριμα σύκα. Άλλα έτρωγε κι άλλα έβαζε στην ποδιά του.

Όπως όμως έκοβε τα σύκα του’ρθε μια σκέψη: ’’έχει γούστο να ιδεί, εδά, ένας άνθρωπος να πει του γαϊδάρου ‘’σε!’’ να με ρίξει κάτω!’’.

Φαίνεται όμως πως το ‘’σε!..’’,που στη γλώσσα των γαϊδάρων είναι το σύνθημα αναχωρήσεως, το μουρμούρισε πιο δυνατά, κι ο γαϊδαρος ήκουσε την προσταγή και ξεκίνησε να περπατεί. Ξέγνιαστος όπως ήταν ο χωρικός, νάσουντο κάτω στο δρόμο.

Και τα μεν σύκα στην ποδιά του έγιναν ομελέτα, το δε χειρότερο ξεστραμπούλιξε το πόδι του, και τα ολόγλυκα σύκα, του βγήκαν οξόξυνα….

 

Η ΟΥΡΑ

Ένας γεροντάκος 75/ρης, καλαμπουρτζής, κάθεται μεσημεράκι στο καφενείου του χωριού, κάτω από τον ίσκιο της μουριάς και διαβάζει εφημερίδα.

Περνά ένα παιδί, 10-11 χρονών, πανέξυπνο, και ο γέρος σκέφτηκε να το πειράξει και του λέει: – μωρέ Μανωλιό, έλα να σου πω-. –Ήντα θες μπάρμπα;- – Πιάσε παιδί μου την εφημερίδα να μου κάμεις λίγο αέρα να κοιμηθώ!..- Μα το παιδί, πανέξυπνο και ετοιμόλογο όπως ήταν, του απαντά αυτοστιγμεί. – ντα γιάντα μπάρμα, εμάδησε η ουρά σου;…..

(Τον έκανε γαϊδαρο….).

Μιχάλης Αλεξάκης

 

H κατσάδα…

Μία φορά είχα ένα λεμονατζίδικο εκιά στον κάμπο και έτσι εγύριζα τα χωριά με το μουλάρι και επούλουνα τσι λεμονάδες. Η πρώτη μου δουλειά οντενεγύριζα στο χωριό ήτονε να ταίσω το μουλάρι. Ένα βράδυ λοιπόν το πήγα στη κεφάλα και το ΄δεσα σε μια καλαμιά και όντε εγιάγερνα στο χωριό επάντηξα το σύντεκνο το Ζερβοδημήτρη.

«Σύντεκνε, να ΄ρθείς να πάμε στου Κρασανογιάννη το σπίτι απού νε ΄ρχωμένος από το Λασίθι ο Κριτσώτης και ΄χουνε μια όρνιθα σφαμένη να τη φάμε;»…

Εγώ ήπρεπε να πάω στο σπίτι να το πώ τσι γυναίκας απού να μη με ψάχνει , αλλά με τη κουβέντα εξεχάστηκα..

Επήαμε λοιπόν και οι αθρώποι μας εκαλοδεκτήκανε- μαζί με την όρνιθα θαρρώ πως ήχανε και ξυνόχοντο βρασμένο. Εντακάραμε το κρασί και τη κουβέντα και αφού επέρασε κάμποση ώρα τως ελέω..: «Ε καλά νε δα να πά να θέσουμε..» Πορίζω όξω και ήντα να δώ.. είχε σχεδόν ξημερώσει! Δεν φτάνει απού σκεφτόμουνα ήντα θα γεννώ με τη γυναίκα που είχε και δίκιο, μόνο παντείχνω και την Λαμπρογιώργαινα απού επήγενε στ΄ απίρι και είχενε τη θιαφιστήρα στη πλάτη-απούτανε σα γραμματοκιβώτιο-και μου βγάνει μια τραβάγια του διαόλου…

Όπως όπως επέστρεψα στο σπίτι χωρίς να βγάλω άχνα…βγαίνοντάς μου η όρνιθα και ο ξυνόχοντρος πιο ξινός από ότι ήτονε…

Εμμανουήλ Γρηγ.Βουράκης

 

ΜΑΝΤΙΝΑΔΕΣ

Γιώργος Μ. Χρονάκης

’’Άντρας λογάται όποιος μπορεί να σκύβει το κεφάλι
όντε πουλούν παλικαριές κι εγωισμούς οι άλλοι’’

’’Χίλια δεντρά μες στο χωριό κι έχω στο σπίτι ένα
κι έρχεται η ζάρα καθ’αργά και κλαίει λυπημένα’’.

’’Μοιάζω παλιό αρχοντικό με τοίχους γκρεμισμένους
που πέρα πόδε έχει συκιές και βάτους φυτρωμένους’’

’’Χρόνους τσι γνώσης το βουνό με κόπους τ’ανεβαίνω
μα πως θα φτάξω στην κορφή δεν το θωρρώ γραμμένο’’.

’’Ποιος θα μπορέσει γι’ άδικο να με καταδικάσει
απού κάνω στο μελίτακα στη μπάντα να περάσει’’.

’’ Για μένα φλέγα με νερό να πιω ποθές δεν έχει
και το στερούμαι και διψώ ακόμα κι όντε βρέχει’’

’’Γελάς ηλιοβασίλεμα ώρα που σκοτεινιάζει
και γίνεται ανατολή η δύση και σου λιάζει’’

’’Μην τη χαλάσεις τη φωλιά τσι κόπους μας λυπήσου
και σκάλισε τη μνήμη σου και τς’ όρκους σου θυμήσου’’

’’Στην αγκαλιά μου να τανε να μπεις να σε κοιμίσω
την αναπνιά μου να βαστώ για να μη σε ξυπνήσω’’

’’Φεγγάρι μου τόσο καιρό απού σου κουβεντιάζω
γροικάς κοντό ή άδικα το χρόνο μου ξοδιάζω’’

’’Ελάτε να θαυμάσετε στ’Αστρίτσι το λαγκάδι
στον τόπο απού ο Θεός ξωμένει κάθε βράδυ’’.

Βρείτε μας στο Facebook

ΕΚΔΟΣΕΙΣ



Newsletter

Συμπληρώστε το e-mail σας παρακάτω εάν ενδιαφέρεστε να δέχεστε newsletters από τον Πολιτιστικό μας Σύλλογο.

E-mail:

Εγγραφή         Διαγραφή

Ο ΚΑΙΡΟΣ ΣΤΟ ΑΣΤΡΙΤΣΙ

ΧΟΡΗΓΟΣ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

ΣΚΑΙ ΚΡΗΤΗΣ